2 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΡΩΤΑ


Θα αγαπήσουμε αληθινά ο ένας τον άλλο ,όταν δεν θα υπάρχει πια θάλασσα ανάμεσά μας. Και τότε, με τα κορμιά ενωμένα σαν αχιβάδες, γυμνοί και αρχαιοπρεπείς ,θα ανταλλάξουμε αυτό το στερνό χαμόγελο που στέλνει κανείς από τις αποβάθρες των αναχωρήσεων ,προτού κλειστεί στην καμπίνα του για να κλάψει.

«Αποχαιρετισμός »Πιερ Μπετενκουρ

1.


Είναι ένα λαμπερό χειμωνιάτικο πρωινό κάπου στις αρχές του Ιανουαρίου ,η μέρα έχει αρχίσει να δείχνει τις προθέσεις της ,καθώς οι πρώτες σταγόνες του ήλιου παιχνιδίζουν πάνω στα φύλλα των πράσινων χαμηλών θάμνων καθώς και των λιγοστών λουλουδιών.
Σε ένα σταθμό τρένων κάπου στα βόρεια μιας πόλης ένας νέος άνδρας και μια κοπέλα θα συναντηθούν σχεδόν σαν για πρώτη φορά.
Το τρένο φτάνει στην αποβάθρα των αφίξεων ,πλήθος κόσμου κατεβαίνει από την αμαξοστοιχία. Σαν μελίσσια που αναζητούν την κυψέλη τους ,ένα πολύβουο πλήθος γεμίζει ασφυκτικά το σταθμό. Παίρνουν άλλοι αργά και νωχελικά, άλλοι πιο γρήγορα, το δρόμο, για την δική τους στενή πραγματικότητα, τη δική τους ζωή που άφησαν πίσω και ήρθαν να ξαναβρούν.
Ο σταθμός αδειάζει ο χώρος ελευθερώνεται από τα τόσα ανθρώπινα όντα , τις εμμονές και τις έννοιες τους που στοιβάζονται πάντα σαν γεμάτα σακιά, για μια αιώνια επιστροφή.
Τώρα μπορείς καθαρά να διακρίνεις μια κοπέλα μοναχή ,η ματιά της ανιχνεύει όλο το χώρο του άδειου πια σταθμού.
Είναι καθαρά το βλέμμα της αναμονής το βλέμμα ετούτης της κοπέλας. Της προσμονής της αγάπης…
Κάποια στιγμή όλοι το έχουμε αισθανθεί αυτό ,παρατημένοι ξεκομμένοι από τον κόσμο, ριγμένοι εκεί θαρρείς τυχαία σε ένα έρημο σταθμό , να καρτερούμε την ίδια την αγάπη.
Από μακριά διακρίνεται μια λεπτή ανδρική φιγούρα.
Βαδίζει αργά και σταθερά προς το μέρος της.
Όχι ο σταθμός ξαφνικά δεν είναι άδειος ,αφού υπάρχει αυτός.
Τελικά είχε έρθει αν και νόμιζε πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ.
Την πλησίασε, το πρόσωπό του συνάντησε το δικό της ,η κοπέλα ήταν ακόμα καθισμένη εκστασιασμένη θαρρείς από την αποκάλυψη.
Τα μάτια της καθρέφτιζαν τον ήλιο μέσα τους.
Σηκώθηκε ,η ματιά της γύρεψε να αγγίξει κάθε πιθαμή από το πρόσωπό του.
Το πρόσωπο του αγαπημένου μας που γίνεται πάντα ο καθρέφτης μας και αντικρίζουμε ξανά τον εαυτό μας.
Πιο όμορφο από πριν και πιο αληθινό.
Έκλεισε τρυφερά το σώμα της μέσα στο σώμα του.
Μέρες και μέρες ήθελε να ρθει.
Τα όνειρα του φανέρωναν τις πιο μύχιες επιθυμίες του και άλλοτε τους φόβους του ,βρίσκονταν πάντα σε σταθμούς αναχωρήσεων.
Έτρεμε πάντα τους αποχωρισμούς και τα αντίο.
Έχανε τα λόγια του, κάθε κύτταρο του κορμιού του παρέλυε και απλά έμενε εκεί ανέκφραστος.
Δεν θα βρισκόταν τώρα πια σε σταθμούς αναχωρήσεων, δεν θα άφηνε ποτέ ξανά πίσω του ότι αγαπούσε πιο πολύ.
Όταν μπήκαν ξανά στο τρένο ,άφηναν πίσω το παρελθόν τους ,ότι τους είχε πληγώσει ,τις μοναχικές νύχτες, τα δάκρυα που γίνονταν λυγμοί, τη σιωπή μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, τα βράδια που φαίνονταν σαν να μην ξημέρωναν ποτέ.
Το τρένο πλησίαζε ήδη προς ένα καινούργιο άγνωστο σταθμό, προς μια νέα ζωή ,προς το μέλλον.
Τον κοιτούσε ακόμα μέσα στα μάτια.
Και τότε γύρισε και της είπε:
Άφησε την ματιά σου ελεύθερη να γίνει ένα με το κάδρο των τοπίων που κυλούν μπρος στα μάτια μας.
Και εκείνη απάντησε: Η φύση και τα τοπία θα συνεχίσουν να υπάρχουν γύρω μας ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχουμε εμείς.
Τους ανθρώπους που αγαπάμε όμως δεν ξέρω αν θα τους έχουμε για πάντα.
Επειδή δεν γνωρίζουμε ποτέ τι φέρνει το αύριο ,άσε με λοιπόν να σε κοιτώ, έτσι και να μην σε χορταίνω.
Να σε κοιτώ.
Άσε με…
Και φίλα με ξανά.
Θέλω να είμαι μαζί σου…

2

Γράφουμε για να ζήσουμε.
Γράφουμε για να συναντηθούμε.
Δεν γράφουμε τελικά παρά μόνο
Για να συναντηθούμε μέσα στην αγάπη
Να ταξιδέψουμε, να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε..



Είχαν περάσει ήδη τρία χρόνια από την πρώτη εκείνη στιγμή που συναντήθηκαν σε αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο.
Ένα κόσμο υπό κατάρρευση βουτηγμένο στη χίμαιρα του καταναλωτισμού σε όλες τις μικρές στιγμές αυτού που αποκαλείται ζωή. Σχέσεις γρήγορες ,ταχύτατες κι εύκολες σαν το φαγητό που γεύεσαι στα χιλιάδες εκκολαπτόμενα fast food. Όλα κυλούσαν ταχύτατα και εσύ έπρεπε να επιδοθείς σε ένα ταξίδι με το χρόνο για να τα αγγίξεις.
Μόνο όταν συναντήθηκαν ήταν σαν η σχέση τους να κατάφερε να νικήσει το χρόνο και το χώρο ,δεν σχετίστηκε ποτέ με αυτόν και υπήρχε πάνω από αυτόν.
Συναντήθηκαν σε ένα άλλο δωμάτιο αυτή τη φορά σε μια μεσαιωνική μικρή πόλη του Βορρά αισθαντική και εσωτερική από αυτές που δεν σου επιβάλλονται αλλά σε προκαλούν ή σε προδιαθέτουν να τις ανακαλύψεις.
Σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου αυτή τη φορά ,σε ένα περιβάλλον λιγότερο οικείο. Δεν τους είχαν απομείνει παρά τρεις μέρες για να ξανασυναντηθούν να κάνουν έρωτα για τελευταία φορά ,βουτηγμένοι σε αυτήν την απελπισία του τέλους κι ίσως με αυτήν την ακατανίκητη ψευδαίσθηση ότι δεν θα χαθούν ποτέ, ότι θα ανήκουν για πάντα ο ένας στον άλλο, ότι ίσως θα βρεθούν κι αύριο κάπου τυχαία, θα χαμογελάσουν κρυφά σαν μια μυστική συνομωσία μεταξύ των δυο και θα είναι σαν να μην χώρισαν ποτέ. Σαν τίποτα να μην τελειώνει ανάμεσα τους.
Θέλοντας να σκοτώσουν αυτόν τον Έρωτα με έρωτα, για να σκοτώσουν τελικά όσα μας χωρίζουν, όσα μας απομακρύνουν γενικότερα από την ανθρώπινη συνάντηση που επαναλαμβάνεται ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπινους κόσμους καθημερινά.
Η ιστορία αυτή δεν μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα ότι τελειώνει. Εξάλλου ίσως μια δυσπρόσιτη αλήθεια τελικά είναι ότι δεν μπορούμε να οριοθετήσουμε πότε αρχίζει και πότε τελειώνει κάτι. Ίσως τίποτα να μην τελειώνει.
Όλη τη νύχτα μέχρι το πρώτο φως της αυγής έκαναν έρωτα.
Σιγοψιθυρίζοντας λόγια ακατάληπτα, χωρίς συνοχή.
Κάθε που σ’ αγαπώ όλα τελειώνουν.
Κάθε που μ’ αγαπάς όλα τελειώνουν κι αρχίζουν αέναα.
Η πρώτη φθινοπωρινή ηλιαχτίδα που εισέβαλλε δειλά από τα παραθυρόφυλλα φοβούμενη μην και αλλοιώσει το σκηνικό του τέλους των δύο εραστών τους βρήκε ακόμα τρυφερά αγκαλιασμένους.
Το σώμα του δίπλα στο σώμα της είχε απομένει ακόμα, το λευκό τρυφερό του σώμα , ακουμπισμένο σαν από χρόνια πάνω στο λεπτεπίλεπτα ευαίσθητο δικό της σαν μια συμπαντική κραταιά αγάπη να τους διαφυλάσσει αυτή την σύμπραξη των σωμάτων.
Θα περάσουν μέρες, μήνες, χρόνια ,οι εποχές θα συνεχίσουν να εναλλάσσονται και τα φύλλα θα πέφτουν στην άκρη των δρόμων κάθε φθινόπωρο, όμως από αυτό το δωμάτιο θα είναι σαν να μην έφυγαν ποτέ.
Ήδη τους βλέπω ακόμα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο τυλιγμένοι ο ένας στο σώμα του άλλου ,ποτέ δεν κατάφεραν να φύγουν ο ένας από τον άλλο, όσες πόρτες κι αν πέρασαν.
Και δεν θα φύγουν ποτέ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s