Όλα τα πρωινά του κόσμου


Είμαι το πρόσωπο ενός μυθιστορήματος
που απομένει να γραφτεί, το οποίο αιωρείται στην ατμόσφαιρα και σκόρπισε δίχως να έχει ποτέ υπάρξει ανάμεσα στα όνειρα εκείνου που δεν ήξερε να με ολοκληρώσει.
Σκέφτομαι πάντα ,αισθάνομαι πάντα, αλλά η σκέψη μου δεν περιέχει συλλογισμούς ,η συγκίνησή μου δεν περιέχει συγκινήσεις. Πέφτω από την καταπακτή εκεί ψηλά, μέσ’ από το απέραντο διάστημα ,σε μια πτώση δίχως κατεύθυνση, απειροπολλαπλή και κενή.

Το βιβλίο της ανησυχίας Bernardo Soares (Fernardo Pessoa)

 

Όλα τα πρωινά του κόσμου, είναι χωρίς επιστροφή.
Πρόσωπα, εικόνες που θα προσπεράσουν .
Συναισθήματα που άρχισαν να ξεθωριάζουν στην κρυφή, κρυστάλλινη ακουαρέλα του κάδρου της ζωής σου…
Βράδια άγονα, στερημένα από του έρωτα τις ηδονές .
Γεμάτα με βουβά δάκρυα νυχτερινά μέχρι το πρώτο καθαρό φως της αυγής έξω από το τζάμι που αφήνεται να φανεί αχνά η μεγάλη πόλη.
Κι ύστερα πάλι νύχτες και νύχτες ,σιωπή μες στη σιωπή .
Ανιχνεύω στο σκοτάδι μια θολή ανάμνηση ζεστασιάς κορμιού .
Μια θολή ανάμνηση εικόνας απρόσιτης πια και μακρινής
Ίσως και δική σου…
Εκείνου του ανέφικτου, που δεν θα αγγίξω με τα λευκά χέρια της πραγματικότητας την αλήθεια του ποτέ σε μια αιώνια ολότητα.
Σκοτάδι. Κονσέρτο για δυο βιόλες…
Ήχος ηδονικά μελαγχολικός.
Αναζητώντας τον ήχο δυο κορμιών που σμίγουν
Τα θολά πρόσωπα των εραστών
Που η φλόγα των κορμιών τους πυρπόλησε το σύμπαν.
Αναζητώ την αρχή μιας μουσικής αρχέγονης
Πριν γίνει παρτιτούρα
Και μορφοποιηθεί σε νότες
Πριν το υλικό
Αγγίξει το άπιαστο.
Τους ήχους
Προτού λάβουν αέρινη μορφή
Όταν ακόμα δεν είχαν συλληφθεί
Και κατοικούσαν στον κενό.
Τις σιωπές που έχουν
Αρχή και τέλος
Τα σώματα των νεαρών εραστών.
Τα σώματά τους χορδές που πάλλονται
Τόσο που δεν φοβούνται
Μια στιγμή μη λυγίσουν
Και σπάσουν.
Μη η φλόγα τους διαχυθεί και πυρπολήσει και τους ίδιους.
Την ατέρμονη αλληλουχία των λυγμών
Τον ιδρώτα σταγόνα τη σταγόνα πρωτύτερα της ψυχής
Και ύστερα του κορμιού
Όλα τα πρωινά αυτού εδώ του κόσμου
Που δεν σε περιβάλλει
Είναι χωρίς επιστροφή.
Σαν κι εσένα που όλο λες πως θα ‘ρθεις
Και δεν φτάνεις μέχρι εδώ
Στα πέτρινα σκαλιά της αυλής μου ποτέ.
Παρά αιώνια αποχωρείς
Δίχως αποχαιρετισμούς
Γλυκούς εναγκαλισμούς
Φιλί μαζί πικρό μέσα στην γλύκα του κι αντίο.
Καλή σου νύχτα πρωινό της ψυχής μου.
Όλες οι μέρες αυτού του κόσμου
Σβήνουν μες το θαμπό ψεύτικο τους φως
Τα όνειρά μου.
Κι απόψε το βράδυ
Σαν κάθε αύριο
Που θα ‘ρθει
Θα σε κρατώ και πάλι εκεί σιμά μου
Χωρίς να σε έχω
Έτσι όπως δεν σε είχα ποτέ.

Υποσημείωση :Η φράση Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή ανήκει στην ταινία Tous les matins du monde (Όλα τα πρωινά του κόσμου) του Alain Corneau γαλλικής παραγωγής 1991. Και στριφογύριζε στο μυαλό μου από τότε που είδα την ταινία.

 

24-8-2005

 

Advertisements

Ορφέας και Ευριδίκη

Στο νου μου
στριφογυρίζει
ο μύθος
του Ορφέα και της Ευρυδίκης
με μιαν αντιστροφή.
Η Ευρυδίκη σου
γίνεται τώρα Ορφέας.
Μέσα μου πλατειάζει
ο πόθος
να σ’ αντικρίσω πάλι
αναμένω μέρες
ώρες να φανείς
Και την στιγμή
που γνέφεις πως θα ‘ρθεις
εξατμίζεται η υπομονή μου
γυρνώ με αδημονία
σαν άλλος πολύπαθος Ορφέας
να σε αγγίξω με την ματιά μου
ο δρόμος πίσω μου γίνεται σύννεφο
και εσύ ομίχλη που χάνεται
πριν ‘ρθεις ξανά ..

13-6-2005

 

Αντίθετοι συμβολισμοί του χρόνου

Ο Χρόνος κενοτάφιο στιγμών .
Στιγμές που περνούν και χάνονται,
μνήμες που έρχονται και φεύγουν.
Κάποτε θα θαφτούν και αυτές μέσα
στο Χρόνο ,στο ατέλειωτο λιβάδι
του Χρόνου.
Εκεί που κάποτε άνθισαν …
Λιβάδι και κενοτάφιο ο χρόνος …
Ότι γεννήθηκε ,θα πεθάνει
και θα σβήσει κάποτε .
Όλα έχουν ένα πεπρωμένο που δεν μπορούν
να αποφύγουν .
Η στιγμή γεννιέται ,
γίνεται μνήμη
και έπειτα βυθίζεται στη λήθη .

Μικρό Καλοκαίρι

Ένα θραύσμα

των πρωτινών

ερώτων μας

δεν κοιτάμε όλοι

στο ουράνιο στερέωμα;


Μπορεί άραγε ένας έρωτας να συρρικνωθεί και να χωρέσει μέσα στα στενά όρια ενός μεσογειακού καλοκαιριού;

Το καλοκαίρι εκείνο που ήταν απόλυτα υγρό, αθώο και σάρκινο ταυτόχρονα.

Μοιρασμένο σε δυο ψυχές και δυο κορμιά δεμένα με το λευκό, απαλό,

διάφανο πέπλο της τρυφερότητας και ζωσμένα από τις άλικες  φλογίτσες ενός ερωτικού πάθους ασίγαστου που αναδύονταν από αλλοτινούς καιρούς.

Η ζωή του ερωτά μας μικρή, άρχισε το ταξίδι της σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό αναχωρήσεων και τέλειωσε σ’ έναν άλλο μακρινό έξω από τα σύνορα αυτής της χώρας που τώρα κατοικώ.

Τα θραύσματα των ερώτων σου πολλά, μα η δική μου η σελίδα καθάρια και ολόλευκη, ήσουν και παραμένεις η αρχή μου.

Μου ‘δειξες το δρόμο να πορεύομαι κι ύστερα μου ‘γνεψες να συνεχίσω μονάχη δίχως τη ζεστή σου αγκάλη.

Ο Έρωτας γεννιέται και κρατά λίγο, καταδικασμένος να κατασπαραχθεί από τον επόμενο, να αφομοιωθεί και να αποσυρθεί στην πελώρια βιβλιοθήκη της μνήμης.

Να κατοικεί πια το φάντασμά του δικαιωμένο, περήφανο, στεφανωμένο στις δάφνες που του χαρίσαμε να το συνοδεύουν.

Ο έρωτας μας ένας άνθρωπος δίχως κορμί πια, δίχως μιλιά και περίτεχνες λέξεις, κείτεται στην σιωπή, στην ομίχλη ενός άδειου τοπίου, σε μια κρυφή γωνιά της μεσαιωνικής πόλης σου που περπατήσαμε εκείνο το τελευταίο βράδυ, ολομόναχοι μαζί…

Όταν ο έρωτας καταρρέει  πονάς από τα βλέμματα που στρέφονται αλλού, που πετάνε κάπου μακριά, όταν ο αγαπημένος γίνεται άλλος και παύει ν’ αποτελεί τον καθρέφτη της αλήθειας σου.

Σε ψάχνω μέσα στα πρόσωπα των άλλων που συναντώ, μα πουθενά δεν κατοικείς.

Από τότε που έφυγες είναι σαν να έχεις στερηθεί την γήινη σου εικόνα.

Τα χείλη σου λεπτά και βαμμένα με την πίκρα του αποχωρισμού μου γνέφουν για ένα φιλί βουβό, που μου αγγίζει σαν χάδι το πρόσωπο.

Μα η εικόνα σου ένα παζλ ξεχασμένο που αδυνατώ πια να συναρμολογήσω.

Αδύνατο να σε αγγίξω τώρα πια.

Ούτε να σε ονειρευτώ μπορώ, ούτε να σε κρύψω μέσα σ’ ένα ποίημα.

Η  μικρή καρδιά μου δεν σκιρτάει τρελαμένη από τον απαλό, ήρεμο ήχο της φωνής σου.

Έκλεισαν οι κουρτίνες της μικρής μας παράστασης και παραδόθηκαν όλα στο σκοτάδι, βλέμματα, λέξεις, χάδια, υγρά φιλιά, αγγίγματα, ήχοι του έρωτα κι η μοναδική στιγμή της παράδοσης στην υπέρβαση της κορύφωσης.

Λένε πως ο οργασμός είναι ένας μικρός θάνατος…

Με περισσή βεβαιότητα γνωρίζω δα πως είναι η στιγμή που εγκαταλείπεις το γήινο σου σώμα και σε αντικρίζεις για λίγες στιγμές αναδυόμενο σε νέφη που σεργιανίζουν πάνω από το διπλό κρεβάτι των εκάστοτε εραστών.

Κι αυτή η στιγμή μοιάζει σα να χάνεις την επαφή με το χρόνο και το χώρο και να κινείσαι σε μια απροσδιόριστη αιωνιότητα αργοκυλώντας σε μια κόκκινη άβυσσο.

Κάποιες στιγμές η μνήμη με παρασύρει σε μια άνιση παραδοχή που τείνει να θεωρηθεί υπερβολή, σαν μόνο μαζί σου να το ‘ζησα αυτό το άφταστο της ακρότητας των αισθήσεων.

Σαν το κορμί σου να είχε κάτι το απροσδόκητα μυστηριακό και θεϊκό και κάθε φορά που ενωνόμουν μαζί σου να μετείχα στην λύση ενός αινίγματος που για μόνο εγώ μπορούσα να οδηγηθώ στο τέλος του.

Μα ο έρωτας γεννά ψευδαισθήσεις και μας αναγκάζει να τρεφόμαστε με αυτές.

Και αυτό που θέριευε μέσα μου ήταν ο έρωτας, μα για σένα η λαγνεία κι η αναζήτηση για απόσβεση του πάθους που σε κατάκαιγε.

Τότε νόμιζα πως θα μείνουμε ο ένας μέσα στο βλέμμα και το κορμί του άλλου για πάντα.

Τώρα ξέρω πως ποθούσες να σωθείς μακριά μου.

Δεν επιζητούσες την αγάπη παρά την θυσία της.

Δεν επιζητούσες την εξύψωση του έρωτα παρά την απολύτρωσή του.

Και θαρρώ πως τώρα πια γράφω καλύτερα, πως ορθώνω το πρόσωπο στεγνό από τα δάκρυα της μνήμης σου, τώρα που το παραπλανητικό κόκκινο πέπλο του έρωτα δεν μου προσδίδει μια εξευγενισμένη θέαση της πραγματικότητας σου στερώντας μου την αλήθεια σου.


Υ.Γ. Δεν έμαθες ποτέ πως η αγάπη θέλει υπομονή, καρτερικότητα και θέληση για να καρπίσει.

Πως η αγάπη δεν υπάρχει τελικά, παρά δημιουργείται.

Καλή τύχη…