A qui la faute

Τις πταίει;

Έκαψες μόλις τη βιβλιοθήκη;
– Ναι. Της έβαλα μπουρλότο.
– Μα είναι έγκλημα πρωτοφανές!
Έγκλημα κατά του ίδιου σου του εαυτού άθλιε!
Σκότωσες την ηλιαχτίδα της ψυχής σου!
Έσβησες τον πυρσό που σου έδειχνε το δρόμο!
Αυτό που σαν τρελός και λυσσασμένος τόλμησες να κάψεις,
Είναι περιουσία, θησαυρός, προίκα, κληρονομιά σου
Τα βιβλία, εχθροί του άρχοντα, είναι το πλεονέκτημά σου
Τα βιβλία που πάντα πήραν το μέρος σου και σε υπεράσπισαν.
Η βιβλιοθήκη είναι μια εκδήλωση πίστης
Των γενεών που μέσα από το σκοτάδι
Μαρτυρούν πως το ξημέρωμα δεν θ’ αργήσει.
Αν είναι δυνατόν! Μέσα στης αλήθειας το αξιοσέβαστο απόθεμα,
Στ’ αριστουργήματα που βρίθουν από κεραυνούς και καθαρότητα,
Σ’ αυτό το αιώνιο αρχείο που διαφυλάττει το χρόνο,
Στις περασμένες εποχές, στους αρχαίους, στην ιστορία
Στο παρελθόν που συλλαβίζει το μέλλον,
Σ’ αυτό που άρχισε κάποτε για να μην τελειώσει ποτέ,
Μέσα στους ποιητές! Αν είναι δυνατόν, μέσα σ’ αυτή την άβυσσο των γραφών
Σ’ αυτή τη θεία συλλογή από φοβερά έργα του Αισχύλου,
του Ομήρου, του Ιώβ που όρθιοι ατενίζουν τον ορίζοντα,
Στα έργα του Μολιέρου, του Βολταίρου και του Καντ, μέσα στη λογική,
Πετάς άθλιε έναν αναμμένο δαυλό!
Όλο το ανθρώπινο πνεύμα το κάνεις καπνό!
Λησμόνησες λοιπόν τον ελευθερωτή σου,
Το βιβλίο; Που στέκεται πάνω στο βάθρο,
Που λάμπει, που φεγγοβολά και φωτίζει
Για να καταστρέψει το ικρίωμα, τον πόλεμο, την πείνα,
Φωνάζει, ποτέ πια σκλάβοι, ποτέ πια δουλοπάροικοι.
Άνοιξε ένα βιβλίο. Τον Πλάτωνα, τον Μίλτωνα, τον Μπεκαριά*.
Διάβασε τους προφήτες, τον Δάντη, τον Σαίξπηρ, τον Κορνέιγ
Για να νοιώσεις μέσα σου να ξυπνά η δυνατή τους ψυχή,
Να θαμπωθείς και να νοιώσεις όμοιος μ’ όλους αυτούς,
Να γίνεις διαβάζοντας σοβαρός, σκεπτικός και πράος,
Να νοιώσεις στο πνεύμα σου τους μεγάλους αυτούς ανθρώπους να μεγαλώνουν,
Να σε διδάξουν όπως η αυγή φωτίζει το μοναστήρι
Και καθώς η καρδιά σου θα βυθίζεται όλο και πιο μπροστά
Η ζεστή τους ακτίνα θα σε ηρεμεί και θα σου δίνει ζωή,
Η ψυχή σου θα είναι έτοιμη να τους απαντήσει
Θα καταλάβεις την αγαθότητα, την καλοσύνη, θα νοιώσεις να λιώνουν
Σαν το χιόνι στην φωτιά, ο εγωισμός, η οργή,
Το κακό, οι προκαταλήψεις, οι βασιλιάδες, οι αυτοκράτορες!
Γιατί πρώτα αποκτά ο άνθρωπος σοφία.
Και μετά ελευθερία. Κι όλο αυτό το φως,
Είναι δικό σου, γι’ αυτό κατάλαβε πως από μόνος σου το σβήνεις!
Αυτά που ονειρεύεσαι θα τα βρεις στα βιβλία.
Τα βιβλία που μπαίνοντας στη σκέψη σου λύνουν
Τα δεσμά που κρατούν το λάθος με την αλήθεια ανακατωμένα,
Γιατί κάθε συνείδηση είναι κι ένας γόρδιος δεσμός.
Είναι ο φύλακας, ο οδηγός, ο φύλακάς σου.
Θεραπεύει το μίσος σου, αφαιρεί την τρέλα σου.
Να τι χάνεις, δυστυχώς με το λάθος σου!
Το βιβλίο είναι ο δικός σου πλούτος! Είναι η γνώση,
Το δίκιο, η αλήθεια, η αρετή, το καθήκον,
Η πρόοδος, η λογική που διαλύει τα παραμιλητά.
Κι εσύ όλα αυτά τα καταστρέφεις!
– Δεν ξέρω να διαβάζω.

Ποίημα του Βίκτορα Ουγκώ που γράφτηκε μετά την πυρπόληση της βιβλιοθήκης του Κεραμικού κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Κομούνας του Παρισιού, το 1871.

Τίτλος πρωτοτύπου «A qui la faute ?».

Advertisements

Ταξίδια

 

Ταξιδεύοντας

είναι ο μοναδικός τρόπος

να κοιτάξω πίσω

προχωρώντας μπροστά.

Το να ταξιδεύει κανείς δε σημαίνει παρά την προσπάθεια και την ακατανίκητη επιθυμία να μπει σ’ ένα ολότελα διαφορετικό κάδρο ζωής…

Να γίνει κάποιος άλλος, ν’ αφήσει τη ρουτίνα πίσω του και το χτες με τα σημάδια που αυτό επέφερε, να καταλαγιάσουν μέσα του.

Να αφεθεί, να ελευθερωθεί από ό,τι βαρύγδουπο τον πνίγει στη βαναυσότητα της μεταμοντέρνας πολυπλοκότητας.

Πρέπει να είσαι απλός, λιτός κι απέριττος, γυμνός από τη μάσκα του καθωσπρεπισμού για να μπορείς να σε νιώσεις, να ολοκληρωθείς και ν’ αφήσεις και τους άλλους να σε νιώσουν.

Πρέπει να ψηλαφίσεις την επιφάνεια για ν’ ανακαλύψεις το βάθος.

Πρέπει να ταξιδέψεις για να σε μάθεις, ν’ αφήσεις πίσω σου κάθε σταθερό και μονότονο έρμα και ν’ αναζητήσεις τα όρια σου…

Τώρα ξέρεις καθαρά πως δεν σου αρκούν επτά χιλιάδες ζωές για να μάθεις να ζεις, να πάψεις να παθιάζεσαι και να βλέπεις πέρα από τη πιο ανώδυνη όψη των πραγμάτων.

Τώρα το βλέπω και το αισθάνομαι, δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε αντικειμενική αλήθεια, ταξιδεύουμε, αγγίζουμε τους ανθρώπους και τις στιγμές, συλλαμβάνουμε εικόνες από τη δική μας σκοπιά, ζούμε μ’ αυτές ακόμα κι αν είναι ολότελα κίβδηλες αντανακλάσεις του αληθινού ειδώλου. Με κοιτάζεις στα μάτια κι όμως δεν κατάφερες  πάλι να με δεις, δε βλέπεις αυτό που σε αφήνουν τα μάτια σου κι ο νους σου να δεις, μα αυτό που θα ‘θελες να δεις για να ταιριάξει τούτη η ασυμφωνία των γνωμών και να γίνει η επικοινωνία μας.

Ζούμε, ταξιδεύουμε κι ερωτευόμαστε, συλλέγοντας κι ανταλλάσσοντας ελλιπείς πληροφορίες και συχνά ψευδαισθήσεις αλήθειας.
Κι όταν ξυπνήσουμε από τον ονειρικό λήθαργο τί μας περιμένει;

Ότι η αλήθεια δεν υπάρχει, μόνο διαφορετικές στιγμές κι όψεις θέασης της πραγματικότητας.

Και δεν απαιτείται συμβιβασμός, αλλά ελευθερία στο νου και την καρδιά για να είμαστε ευτυχισμένοι.

Και συνεχίζουμε ν’ αγνοούμε πως η ζωή, όπως κι η θάλασσα, δεν είναι παρά ο καθρέφτης που μας φέρνει σ’ επαφή με τη πληρότητα των αντιθέσεων.

Συνειδητοποιούμε πως το να ζούμε στο τέλος του Αρκτικού Κύκλου, εκεί που τους αρχικούς μήνες του καλοκαιριού ο ήλιος του μεσονυχτιού δε δύει ποτέ, είναι μια άλλη ζωή, από το να ζούμε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στο Manhattan αντικρύζοντας κάθε πρωί τη ψυχρή όψη από τους διπλανούς ουρανοξύστες. Ότι στη δεύτερη περίπτωση μπορούμε να είμαστε πιο κοντά στον ουρανό με την βοήθεια της τεχνολογίας, δε δείχνει απαραίτητα πως μάθαμε κάτι πολυτιμότερο κι αξιολογότερο, για να ζούμε καλύτερα.

Τη σκιά της αλήθειας γνωρίζουμε, συμβιβαζόμαστε και μια χαρά συμβιώνουμε μαζί της.

Γι’ αυτό ταξιδεύοντας γυρεύουμε να συναρμολογήσουμε αυτά τα θρυμματισμένα κρυσταλλάκια της ολότητας της ζωής, της ύπαρξης και της αλήθειας μας.

Να μπούμε και να χωρέσουμε σ’ άπειρες άλλες ζωές κι απεριόριστες άλλες αλήθειες.

Ταξιδεύουμε και κρατάμε -όπως σημειώνεται περίτεχνα στην εισαγωγή του «Δωματίου Του Ιακώβου» της Virginia Woolf- σα μοναδική μας περιουσία κι ουσία, μια φούχτα μικρά, κομμένα, μπεργκσονικά καρέ: χρόνου, λόγου, αλήθειας, ομορφιάς.
Ίσως ούτε αυτά…

Αποσπασματικά

Μονάχα στο εσωτερικό του κάθε μεγάλου κύκλου, όπου ζούμε, υπάρχει χρόνος γραμμικός, εξέλιξη,αλλαγή.

Ο χρόνος έχει λοιπόν δυο όψεις.Υπάρχει το βέλος,το ποτάμι που κυλάει,χωρίς το οποίο δεν υπάρχει αλλαγή,δεν υπάρχει προόδος ούτε κατεύθυνση ή δημιουργία. Και υπάρχει και ο κύκλος,χωρίς τον οποίο υπάρχει το χάος, μια παράλογη διαδοχή στιγμών,ένας κόσμος χωρίς ρολόγια, χωρίς εποχές ή υποσχέσεις.

Το γίγνεσθαι χωρίς το είναι είναι παραλογισμός.

The Dispossessed(πρωτότυπος τίτλος)

Ο αναρχικός των δύο κόσμων

Ursula Le Guin

Αποσπασματικά: Ζ. Σαραμάγκου

«Εκτός από τις κουβέντες των γυναικών, τα όνειρα είναι που κρατούν τον κόσμο δεμένο στην τροχιά του. Κι ακόμη τα όνειρα είναι που του φτιάχνουν μια φεγγαρένια κορόνα, γι’ αυτό κι ο ουρανός είναι το θάμβος που υπάρχει μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων, για να μην πούμε πως το κεφάλι των ανθρώπων είναι ο ίδιος, ο μοναδικός ουρανός»


Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε»

Καθώς φέτος  συμπληρώνονται 16 χρόνια, από τότε  που ο Μάνος μας άφησε για το ταξίδι του στο Σείριο, ο λόγος του διαχρονικός περισσότερο από ποτέ  καθώς και  προφητικός χρόνια πριν έρχεται να μας συνταρράξει σε αυτή την κοινωνία της παραμορφωμένης, στρεβλής εικόνας.

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

– Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
– Βασίλης, του απαντώ.
– Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
– Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:

– Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Μάνος Χατζιδάκις

Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978

Από το βιβλίο: «Τα Σχόλια του Τρίτου», Εκδ. Εξάντας,

Αθήνα 1980