Η πλάνη του χρόνου

…»Η επόμενη μέρα βαραίνει ήδη τις πλάτες αυτής που ξεκινά,αποτελεί βασικό συστατικό της.Όχι σαν προβλεψή,σαν βιωμένη πράξη.

Κοιτούμε μπροστά για να δούμε το μέλλον,ενώ αυτό έχει ήδη αραχνιάσει στις αποθήκες περιμένοντας. Η γνώση του μέλλοντος βρίσκεται πιο πίσω και απο το παρόν, και η γνώση του παρόντος χάνεται σ’ένα πάρα πολύ μακρινό παρελθόν.

Η στιγμή που ζούμε τώρα μαζί,κοιτώντας αυτό το γυάλινο ρολόι,αποτελεί την ανάπτυξη μιας περίληψης που έχει ήδη καταγραφεί στα κυτταρά μας κι είναι πια ανεπίκαιρη.

Οι πόροι μας συλλέγουν τώρα το πολύ μακρινό αύριο και με αυτό απασχολούνται, όσο εμείς σπαταλάμε το σήμερα σε μια εμπειρία εξαντλημένη»

από το βιβλίο Μπουντουάρ του Ναδίρ

της Ιωάννας Μπουραζοπούλου

Εκδόσεις Καστανιώτη

Advertisements

A qui la faute

Τις πταίει;

Έκαψες μόλις τη βιβλιοθήκη;
– Ναι. Της έβαλα μπουρλότο.
– Μα είναι έγκλημα πρωτοφανές!
Έγκλημα κατά του ίδιου σου του εαυτού άθλιε!
Σκότωσες την ηλιαχτίδα της ψυχής σου!
Έσβησες τον πυρσό που σου έδειχνε το δρόμο!
Αυτό που σαν τρελός και λυσσασμένος τόλμησες να κάψεις,
Είναι περιουσία, θησαυρός, προίκα, κληρονομιά σου
Τα βιβλία, εχθροί του άρχοντα, είναι το πλεονέκτημά σου
Τα βιβλία που πάντα πήραν το μέρος σου και σε υπεράσπισαν.
Η βιβλιοθήκη είναι μια εκδήλωση πίστης
Των γενεών που μέσα από το σκοτάδι
Μαρτυρούν πως το ξημέρωμα δεν θ’ αργήσει.
Αν είναι δυνατόν! Μέσα στης αλήθειας το αξιοσέβαστο απόθεμα,
Στ’ αριστουργήματα που βρίθουν από κεραυνούς και καθαρότητα,
Σ’ αυτό το αιώνιο αρχείο που διαφυλάττει το χρόνο,
Στις περασμένες εποχές, στους αρχαίους, στην ιστορία
Στο παρελθόν που συλλαβίζει το μέλλον,
Σ’ αυτό που άρχισε κάποτε για να μην τελειώσει ποτέ,
Μέσα στους ποιητές! Αν είναι δυνατόν, μέσα σ’ αυτή την άβυσσο των γραφών
Σ’ αυτή τη θεία συλλογή από φοβερά έργα του Αισχύλου,
του Ομήρου, του Ιώβ που όρθιοι ατενίζουν τον ορίζοντα,
Στα έργα του Μολιέρου, του Βολταίρου και του Καντ, μέσα στη λογική,
Πετάς άθλιε έναν αναμμένο δαυλό!
Όλο το ανθρώπινο πνεύμα το κάνεις καπνό!
Λησμόνησες λοιπόν τον ελευθερωτή σου,
Το βιβλίο; Που στέκεται πάνω στο βάθρο,
Που λάμπει, που φεγγοβολά και φωτίζει
Για να καταστρέψει το ικρίωμα, τον πόλεμο, την πείνα,
Φωνάζει, ποτέ πια σκλάβοι, ποτέ πια δουλοπάροικοι.
Άνοιξε ένα βιβλίο. Τον Πλάτωνα, τον Μίλτωνα, τον Μπεκαριά*.
Διάβασε τους προφήτες, τον Δάντη, τον Σαίξπηρ, τον Κορνέιγ
Για να νοιώσεις μέσα σου να ξυπνά η δυνατή τους ψυχή,
Να θαμπωθείς και να νοιώσεις όμοιος μ’ όλους αυτούς,
Να γίνεις διαβάζοντας σοβαρός, σκεπτικός και πράος,
Να νοιώσεις στο πνεύμα σου τους μεγάλους αυτούς ανθρώπους να μεγαλώνουν,
Να σε διδάξουν όπως η αυγή φωτίζει το μοναστήρι
Και καθώς η καρδιά σου θα βυθίζεται όλο και πιο μπροστά
Η ζεστή τους ακτίνα θα σε ηρεμεί και θα σου δίνει ζωή,
Η ψυχή σου θα είναι έτοιμη να τους απαντήσει
Θα καταλάβεις την αγαθότητα, την καλοσύνη, θα νοιώσεις να λιώνουν
Σαν το χιόνι στην φωτιά, ο εγωισμός, η οργή,
Το κακό, οι προκαταλήψεις, οι βασιλιάδες, οι αυτοκράτορες!
Γιατί πρώτα αποκτά ο άνθρωπος σοφία.
Και μετά ελευθερία. Κι όλο αυτό το φως,
Είναι δικό σου, γι’ αυτό κατάλαβε πως από μόνος σου το σβήνεις!
Αυτά που ονειρεύεσαι θα τα βρεις στα βιβλία.
Τα βιβλία που μπαίνοντας στη σκέψη σου λύνουν
Τα δεσμά που κρατούν το λάθος με την αλήθεια ανακατωμένα,
Γιατί κάθε συνείδηση είναι κι ένας γόρδιος δεσμός.
Είναι ο φύλακας, ο οδηγός, ο φύλακάς σου.
Θεραπεύει το μίσος σου, αφαιρεί την τρέλα σου.
Να τι χάνεις, δυστυχώς με το λάθος σου!
Το βιβλίο είναι ο δικός σου πλούτος! Είναι η γνώση,
Το δίκιο, η αλήθεια, η αρετή, το καθήκον,
Η πρόοδος, η λογική που διαλύει τα παραμιλητά.
Κι εσύ όλα αυτά τα καταστρέφεις!
– Δεν ξέρω να διαβάζω.

Ποίημα του Βίκτορα Ουγκώ που γράφτηκε μετά την πυρπόληση της βιβλιοθήκης του Κεραμικού κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Κομούνας του Παρισιού, το 1871.

Τίτλος πρωτοτύπου «A qui la faute ?».

Όλα τα πρωινά του κόσμου


Είμαι το πρόσωπο ενός μυθιστορήματος
που απομένει να γραφτεί, το οποίο αιωρείται στην ατμόσφαιρα και σκόρπισε δίχως να έχει ποτέ υπάρξει ανάμεσα στα όνειρα εκείνου που δεν ήξερε να με ολοκληρώσει.
Σκέφτομαι πάντα ,αισθάνομαι πάντα, αλλά η σκέψη μου δεν περιέχει συλλογισμούς ,η συγκίνησή μου δεν περιέχει συγκινήσεις. Πέφτω από την καταπακτή εκεί ψηλά, μέσ’ από το απέραντο διάστημα ,σε μια πτώση δίχως κατεύθυνση, απειροπολλαπλή και κενή.

Το βιβλίο της ανησυχίας Bernardo Soares (Fernardo Pessoa)

 

Όλα τα πρωινά του κόσμου, είναι χωρίς επιστροφή.
Πρόσωπα, εικόνες που θα προσπεράσουν .
Συναισθήματα που άρχισαν να ξεθωριάζουν στην κρυφή, κρυστάλλινη ακουαρέλα του κάδρου της ζωής σου…
Βράδια άγονα, στερημένα από του έρωτα τις ηδονές .
Γεμάτα με βουβά δάκρυα νυχτερινά μέχρι το πρώτο καθαρό φως της αυγής έξω από το τζάμι που αφήνεται να φανεί αχνά η μεγάλη πόλη.
Κι ύστερα πάλι νύχτες και νύχτες ,σιωπή μες στη σιωπή .
Ανιχνεύω στο σκοτάδι μια θολή ανάμνηση ζεστασιάς κορμιού .
Μια θολή ανάμνηση εικόνας απρόσιτης πια και μακρινής
Ίσως και δική σου…
Εκείνου του ανέφικτου, που δεν θα αγγίξω με τα λευκά χέρια της πραγματικότητας την αλήθεια του ποτέ σε μια αιώνια ολότητα.
Σκοτάδι. Κονσέρτο για δυο βιόλες…
Ήχος ηδονικά μελαγχολικός.
Αναζητώντας τον ήχο δυο κορμιών που σμίγουν
Τα θολά πρόσωπα των εραστών
Που η φλόγα των κορμιών τους πυρπόλησε το σύμπαν.
Αναζητώ την αρχή μιας μουσικής αρχέγονης
Πριν γίνει παρτιτούρα
Και μορφοποιηθεί σε νότες
Πριν το υλικό
Αγγίξει το άπιαστο.
Τους ήχους
Προτού λάβουν αέρινη μορφή
Όταν ακόμα δεν είχαν συλληφθεί
Και κατοικούσαν στον κενό.
Τις σιωπές που έχουν
Αρχή και τέλος
Τα σώματα των νεαρών εραστών.
Τα σώματά τους χορδές που πάλλονται
Τόσο που δεν φοβούνται
Μια στιγμή μη λυγίσουν
Και σπάσουν.
Μη η φλόγα τους διαχυθεί και πυρπολήσει και τους ίδιους.
Την ατέρμονη αλληλουχία των λυγμών
Τον ιδρώτα σταγόνα τη σταγόνα πρωτύτερα της ψυχής
Και ύστερα του κορμιού
Όλα τα πρωινά αυτού εδώ του κόσμου
Που δεν σε περιβάλλει
Είναι χωρίς επιστροφή.
Σαν κι εσένα που όλο λες πως θα ‘ρθεις
Και δεν φτάνεις μέχρι εδώ
Στα πέτρινα σκαλιά της αυλής μου ποτέ.
Παρά αιώνια αποχωρείς
Δίχως αποχαιρετισμούς
Γλυκούς εναγκαλισμούς
Φιλί μαζί πικρό μέσα στην γλύκα του κι αντίο.
Καλή σου νύχτα πρωινό της ψυχής μου.
Όλες οι μέρες αυτού του κόσμου
Σβήνουν μες το θαμπό ψεύτικο τους φως
Τα όνειρά μου.
Κι απόψε το βράδυ
Σαν κάθε αύριο
Που θα ‘ρθει
Θα σε κρατώ και πάλι εκεί σιμά μου
Χωρίς να σε έχω
Έτσι όπως δεν σε είχα ποτέ.

Υποσημείωση :Η φράση Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή ανήκει στην ταινία Tous les matins du monde (Όλα τα πρωινά του κόσμου) του Alain Corneau γαλλικής παραγωγής 1991. Και στριφογύριζε στο μυαλό μου από τότε που είδα την ταινία.

 

24-8-2005

 

Ορφέας και Ευριδίκη

Στο νου μου
στριφογυρίζει
ο μύθος
του Ορφέα και της Ευρυδίκης
με μιαν αντιστροφή.
Η Ευρυδίκη σου
γίνεται τώρα Ορφέας.
Μέσα μου πλατειάζει
ο πόθος
να σ’ αντικρίσω πάλι
αναμένω μέρες
ώρες να φανείς
Και την στιγμή
που γνέφεις πως θα ‘ρθεις
εξατμίζεται η υπομονή μου
γυρνώ με αδημονία
σαν άλλος πολύπαθος Ορφέας
να σε αγγίξω με την ματιά μου
ο δρόμος πίσω μου γίνεται σύννεφο
και εσύ ομίχλη που χάνεται
πριν ‘ρθεις ξανά ..

13-6-2005

 

 Είναι νυχτιές που θυμάμαι
το χρώμα των ματιών σου
το βλέμμα σου
τις διαδρομές
και τα ταξίδια
που μπορεί
να πραγματοποιήσει κανείς
μέσα στη ματιά εκείνου που αγαπά..

Κι έρχονται πάλι
Κάτι βραδιές στη ζωή μου
που δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα πια
όλα τελειώνουν
είναι βράδυ φθινοπώρου
βρέχει ακατάπαυστα
μια θολή εικόνα στο τζάμι
η ζεστασιά του δωματίου σου
η τρεμάμενη φλόγα της αγάπης που σβήνει
τα σώματά μας υγρά γίνονται σταγόνες βροχής
και σκορπίζονται στην μεσαιωνική σου πόλη
αυτή που αγάπησα
μόνο γιατί σε κάθε γωνιά της
υπήρχε ένα κομμάτι από σένα.

Κι ύστερα θα ξυπνήσω
ποιος ξέρει άραγε
σε ποια πόλη
ποιος ξέρει
περιμένοντας τι
θα χαμογελάς
και θα έχει ήδη ξημερώσει..

22-12-2004

Αντίθετοι συμβολισμοί του χρόνου

Ο Χρόνος κενοτάφιο στιγμών .
Στιγμές που περνούν και χάνονται,
μνήμες που έρχονται και φεύγουν.
Κάποτε θα θαφτούν και αυτές μέσα
στο Χρόνο ,στο ατέλειωτο λιβάδι
του Χρόνου.
Εκεί που κάποτε άνθισαν …
Λιβάδι και κενοτάφιο ο χρόνος …
Ότι γεννήθηκε ,θα πεθάνει
και θα σβήσει κάποτε .
Όλα έχουν ένα πεπρωμένο που δεν μπορούν
να αποφύγουν .
Η στιγμή γεννιέται ,
γίνεται μνήμη
και έπειτα βυθίζεται στη λήθη .

Βερολινέζικη παιδική ηλικία Walter Benjamin

Στο παιδί που υπήρξε, ο Benjamin δεν ανακαλύπτει ένα λήξαντα παρελθόν, ένα «χαμένο χρόνο», αλλά μία υπόσχεση που η ζωή δεν τήρησε, ένα μέλλον που δεν υλοποιήθηκε. Το παιδί πίστευε ότι διέβλεπε στα αντικείμενα που συνέλεγε, στις λέξεις που παραμόρφωνε, στις δραστηριότητες που ανακάλυπτε, ένα αίνιγμα που ο ενήλικας άφησε άλυτο, μία ελπίδα ευτυχίας που ο ενήλικας βιάστηκε να ξεχάσει. Το παρελθόν, για τον Walter Benjamin, είναι ένα θνησιγενές μέλλον…Το παιδί είναι θύμα μιας καταστροφής ανάλογης μ’ αυτήν που παρουσιάζει η Ιστορία : ενηλικιώνεται όχι με το πέρας μιας εξέλιξης, μιας συνεχούς προόδου, αλλά μέσα από αναπόφευκτες καταστροφές…’Ενα ουτοπικό μέλλον είναι θαμένο μέσα στο παρελθόν. ‘Εχουμε απέναντι στο νεκρό παιδί που βρίσκεται μέσα μας την ίδια ευθύνη που έχουμε απέναντι στις ανεκπλήρωτες προσδοκίες του παρελθόντος.»

Jean Lacoste

Από πρόλογο γαλλικής έκδοσης του βιβλίου

Ηράκλειο

Παλιά πόλη

Η πόλη αυτή είναι πιο δυνατή απ’  τους ανθρώπους της.

Έχει ένα τρόπο να επιβάλλει τη δική της προσωπικότητα και αφήνει τα πραγματικά πρόσωπα στη σκιά.

Κανένας δεν μπορεί να την εκπροσωπήσει,κανένας δεν μπορεί να την καταχραστεί.

Έχει τόσους πολιτισμούς και χρόνια πίσω της, τόσα ονόματα και τόσες εξαρτήσεις, τόσες εκτινάξεις,που πάντα μ’ έναν τρόπο θα παραμένει απόρθητη,πόλη πολλών πόλεων,πολλών προσωπείων,πολλών μεταμφιέσεων.

Μια πόλη που όσο λιγότερο αναγνωρίζεις τον εαυτό σου μέσα της τόσο περισσότερο θα ταυτίζεσαι μαζί της.

Τοπογραφικόν ή ανθρωπολογία μιας πόλης

Κλαίρη Μητσοτάκη

Από το βιβλίο: Ηράκλειο μια πόλη στη λογοτεχνία

Επιλογή κειμένων Χριστόφορος Λιοντάκης

ΣΚΑΚΙ


Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σʼ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.
(Νικόλαος Κάλας, Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, 1977
και Γραφή και Φως, Ίκαρος, 1983)

Εικόνες από ένα ταξίδι

Είναι μια κρύα νύχτα το σώμα σου, κι ό,τι βγαίνει σαν άνεμος, ανεβαίνει σαν καπνός. 

Είναι μια κοιμισμένη πόλη ο αφαλός σου,

τα παιδιά της πνίγηκαν σε κάτι όνειρα θηλιές.

Είναι μια κόκκινη κλωστή τα πόδια σου,

μια τρομερή διχάλα, πότε της βροχής και πότε της ομίχλης.

Μα η καρδιά σου είναι γυμνή, κρυμμένη και γελάει,

σωπαίνει κι αποκρίνεται.

Με τη πνοή που ταξιδεύει, με την αφή που αναμετράει,

με τη στιγμή που ζωντανεύει και σιγοπερπατάει.

Είναι μια κρυφή καρδιά το εκτεθειμένο σώμα σου.


Εικόνες από ένα ταξίδι

Γιώργος Αλεξάκης

Εκδόσεις Σμίλη